Η έξοδος του “Άρεως”
ΤΗΝ 12ην Φεβρουαρίου του 1825, ο Ιμπραήμ. αφού έλαβεν ενισχύσεις εξ Αιγύπτου, άπεβιβάσθη εις την Πελοπόννησον, χωρίς να συναντήση ουδεμίαν αντίστασιν. Είς τήν Μεθώνην απεβίβασε 4.000 τακτικού στρατού και 500 ιππείς, ενώ ο στόλος του απέπλευσεν αμέσως διά την Κρήτην, προκειμένου να μεταφέρη και νέα τμήματα αιγυπτιακού στρατού. Πράγματι, και η δευτέρα αυτή μεταφορά αιγυπτιακών στρατευμάτων έγινε χωρίς ουδεμία εκ μέρους των Ελλήνων να προβληθή αντίστασις, λόγω παντελούς αδυναμίας. Έτσι την 9ην Μαρτίου του ιδίου έτους ο Ιμπραήμ, ευρέθη έχων εις την διάθεσίν του 10.000 τακτικού στρατού και 1.000 ιππείς, εκτός, από το ισχυρόν πυροβολικόν
Η κατάστασις διά την επαναστατημένην Πελοπόννησον ήτο τραγική. Και τούτο όχι διότι ήταν τόσον μεγάλη αριθμητικώς ή δύναμις του έχθρού. Κατά το παρελθόν είχον αντιμετωπίσει οι Ελληνες πολυαριθμoτέρας στρατιάς. Αλλά αυτήν την φοράν είχον να αντιμετωπίσουν στρατόν τακτικόν, εκπαιδευμένον συμφώνως πρός τά ευρωπαϊκά πρότυπα. Και, επίπλεον, ο στρατός αυτός είχεν ένα έμπειρον αρχηγόν. Ο Ιμπραήμ, πρίν ή προελάση είς το εσωτερικόν της Πελοποννήσου θέλησε να γίνη κύριος του σημαντικού λιμένος και του συστήματος των φρουρίων του Ναυαρίνου. Oi Έλληνες, προκειμένου να παρεμποδίσουν την εκτέλεσιν αυτού του σχεδίου του Ιμπραήμ, είχον την άτυχή έμπνευσιν να αποβιβάσουν είς την νήσον Σφακτηρίαν, ή όποία φράσσει την είσοδον του όρμου, φρουράν αποτελουμένην έκ 1000, περίπου, ανδρών. Της ελληνικής αυτής δυνάμεως ηγούντο ο Μαυροκορδάτος, ο Αναγνωσταράς, ο Σταύρος Σαχίνης, ο Αναστάσιος Τσαμαδός, ο Δημήτριος Σαχτούρης και ο Ιταλός φιλέλλην Σανταρόζα. Επίσης, είς τόν λιμένα της νήσου ευρίσκοντο και πέντε ελληνικά πλοία, μεταξύ των οποίων και ο «”Αρης».
Ο Ιμπραήμ διαθέτων υπεροπλίαν, απεφάσισε να προσβάλη την νήσον. Και ενώ το ένα τμήμα του στόλου του διετάχθη να παρεμποδίση τα 17 πλοία του ναυάρχου Μιαούλη, τα οποία ευρίσκοντο εκτός του όρμου, με το δεύτερον τμήμα προώθησε 4.000 “Αραβας είς τήν Σφακτηρίαν υπό την ηγεσίαν του θηριώδους Χουσεϊν μπέη. Οι οποίοι, με την κάλυψιν τών 45 ναυτικών μονάδων του Ιμπραήμ, έπέτυχαν την καταστροφήν της ελληνικής δυνάμεως, η οποία υπερήσπιζεν την νήσον. Εκ των πέντε ελληνικών πλοίων, τα δύο απέπλευσαν προ της εισόδου των αιγυπτιακών ναυτικών μονάδων εις τον όρμον, επειδή πάσα αντίστασις θά ήτο ματαία, τα έτερα δε δύο διέφυγον καί αύτά , αγωνιζόμενα, ενώ ο εχθρός ευρίσκετο είς τον όρμον Μόνον ο «”Αρης» παρέμεινεν, επειδή ο πλοίαρχός του, ο “Αναστάσιος Τσαμαδός, είχε φονευθή μαχόμενος είς τήν ξηράν.
“Επί του «Αρεως» είχον επιβιβασθή ο Μαυροκορδάτος και ο Σαχτούρης με ολίγους εκ των επιζώντων της ελληνικής δυνάμεως των 1.000 ανδρών, “Οταν πάσα ελπίς σωτηρίας των υπολοίπων εξέλιψεν, κυβερνήτης του «” Αρεως» ανέλαβεν ο Ν. Βότσης, ο οποίος και διέταξε τον απόπλουν του πλοίου, Αλλ΄ ο πλούς του ΄Αρεως» ήτο δραματικός. ‘Eβάλλετο από όλας τας κατευθύνσεις, και έβαλλεν πρός όλας τάς κατευθύνσεις, Παρά ταύτα, συνέχιζε σταθερώς την πορείαν του, διά να εξέλθη του όρμου. Και, τελικώς, το έπέτυχε.
Η έξοδος του ΄Αρεως τήν 26ην Απριλίου 1825, ανάμεσα από τα μεγάλα εχθρικά πλοία, θεωρείται, και είναι μια από τάς επικάς σελίδας της ναυτικής μας, ιστορίας, μιά άπό τάς υπερόχους σελίδας της επαναστάσεως του 1821.
ΕΚΔΟΣΙΣ: Χ. Ν. ΑΝΑΓΝΩΣΤΟΠΟΥΛΟΣ
(Σχέδιο Βύρωνος Απτόσογλου. Μερική αντιγραφή πίνακος Κ. Βολανάκη. Συλλογή Κουτλίδη)




