Η αρκούδα και οι δυο φίλοι

Η αρκούδα και οι δυο φίλοι
Δύο φίλοι οδοιπορούσαν, και καθώς περνούσαν μέσα από ένα δάσος ξαφνικά εμφανίστηκε μια αρκούδα. Φοβήθηκαν και οι δύο. Ο ένας έτρεξε και ανέβηκε σε ένα δέντρο, όπου ήταν ασφαλής. Ο άλλος δεν πρόλαβε να απομακρυνθεί, οπότε σκέφθηκε “Το μόνο που με σώζει τώρα είναι να κάνω τον νεκρό, γιατί η αρκούδα δεν αγγίζει ποτέ νεκρό σώμα.” Έτσι και έκανε, έπεσε καταγής ασάλευτος. Η αρκούδα πλησίασε τη μουσούδα της στο πρόσωπό του για να νιώσει και να οσφρανθεί την αναπνοή του, οπότε θα καταλάβαινε ότι είναι ζωντανός. Εκείνος όμως κράτησε και την αναπνοή του για κάμποση ώρα, και η αρκούδα βλέποντας ότι δεν ανασαίνει βεβαιώθηκε ότι είναι νεκρός και τον άφησε, και έφυγε. Τότε κατέβηκε και ο άλλος από το δέντρο και του λέει: «Πω, πω! η αρκούδα σε πλησίασε τόσο πολύ! Την είδα που κάτι σου έλεγε στο αυτί, τι σου είπε;» – «Μου είπε, άλλη φορά να μην ταξιδεύω μαζί με ανθρώπους που όταν δουν τα σκούρα τρέχουνε για να σώσουν μόνο το δικό τους τομάρι αφήνοντας τους φίλους τους στο έλεος της κάθε αρκούδας.»