Η αλεπού και ο τράγος.
Μια φορά και έναν καιρό η αλεπού έπεσε μέσα στο πηγάδι και ήταν αναγκασμένη να μείνει εκεί κάτω, διότι δεν έβρισκε τρόπο να ανεβεί. Πάνω στην ώρα, ωστόσο, κατέφτασε στο ίδιο πηγάδι ο τράγος, που υπέφερε από τη δίψα. Μόλις έσκυψε και αντίκρισε την αλεπού, τη ρώτησε αν ήταν ωραίο το νερό εκεί μέσα. Αυτή βέβαια καταχάρηκε με τούτο το τυχερό και άρχισε να αραδιάζει πλήθος εγκώμια για το νερό: «Αχ, τί ωραίο που είναι», έλεγε συνέχεια, και φυσικά παρακινούσε τον τράγο να κατεβεί και αυτός. Με τα πολλά, λοιπόν, πήδηξε και εκείνος κάτω χωρίς να το πολυσκεφτεί — βλέπετε, εκείνη τη στιγμή δεν κοιτούσε τίποτε άλλο εκτός από την επιθυμία του. Μετά από λίγο, αφού έσβησε τη δίψα του, κάθισαν να συλλογιστούν μαζί με την αλεπού πώς να αναρριχηθούνε. Τότε η πονήρω τού πρότεινε: «Βρε συ, μου ήρθε μια καλή ιδέα για να σωθούμε και οι δύο. Έναν κόπο μόνο χρειάζεται να κάνεις: σήκω και στήριξε τα μπροστινά σου πόδια στο τοίχωμα, και μετά γείρε και τα κέρατά σου πάνω του, νά, έτσι. Εγώ τότε θα σκαρφαλώσω από την ράχη σου μέχρι πάνω και θα σε τραβήξω και σένα». Πάντα πρόθυμος ο τράγος, συμμορφώθηκε για δεύτερη φορά προς τις οδηγίες της αλεπούς. Μια και δυο, λοιπόν, εκείνη έδωσε ένα σάλτο ανάμεσα από τα σκέλη του και καβάλησε πάνω στη ράχη του. Από εκεί πάτησε στα κέρατά του και έφτασε στο στόμιο του πηγαδιού, οπότε ανέβηκε ευθύς στην επιφάνεια και πήρε δρόμο. Ο τράγος βέβαια ξέσπασε σε διαμαρτυρίες που η αλεπού αθετούσε έτσι τη συμφωνία τους. Τότε η πανούργα στράφηκε πίσω και του είπε: «Βρε χαμένε, αν είχες τόση φαιά ουσία όσες τρίχες κουβαλάς στο πηγούνι σου, δεν θα κατέβαινες κάτω προτού σκεφτείς τρόπο για να ανεβείς».
Το ίδιο ισχύει και για τους ανθρώπους. Οι μυαλωμένοι πρέπει πρώτα να λογαριάζουν τα αποτελέσματα κάθε πράξης, προτού καταπιαστούν με αυτήν.
View product