Ο Ιμπραήμ ασπάζεται νεκρόν τον Παπαφλέσσα
ΕΝΩ ο Ιμπραήμ προωθούσε το σχέδιά του δια την υποταγήν της επαναστατημένης Πελοποννήσου, η Ελληνική Κυβέρνησις, εδρεύουσα είς το Ναύπλιον, ήτο ανίκανος να προβάλη ούσιαστικήν αντίστασιν εναντίον του Αίγυπτίου στρατάρχου. Τά μίση, ο φθόνος και τα μικροσυμφέροντα την είχαν αποστερήσει των υπηρεσιών του Θεοδώρου Κολοκοτρώνη, τον οποίον και είχε φυλακίσει, αφού τόν είχε καθαιρέσει από τον βαθμόν του αρχιστρατήγου των Πελοποννησιακών δυνάμεων.
Είς αυτήν την κατάστασιν ευρίσκοντο τα ελληνικά πράγματα, όταν ο Παπαφλέσσας, Υπουργός τών Εσωτερικών της Ελληνικής Κυβερνήσεως, αντελήφθη που ευρίσκετο ή Σωτηρία. Συνεβούλευσε την Κυβέρνησιν να απελευθερώση τον Θεόδωρον Κολοκοτρώνην, επειδή ήτο ο μοναδικός άνθρωπος, ο οποίος θα μπορούσε να αντιμετωπίση τόν Ιμπραήμ. Και όταν αι συμβουλαί του δέν είσηκούσθησαν, άπεφάσισε να αντιμετωπίση μόνος του τον εχθρόν, ώστε να αναπτερωθούν αι ελπίδες των Ελλήνων και οι πολεμισταί να επανεύρουν το θάρρος των. Eyκατέλειψε την θέσιν, του, ως Υπουργού των Εσωτερικών, συνεκέντρωσε μία δύναμιν 600 άνδρων καί άφου διέσχισε την χερσόνησον, έπήγε και κατέλαβε, είς την άνατολικήν Πλευράν του όρους Μάλλια, τήν θέσιν Μανιάκι.
Εν τω μεταξύ, ο Ιμπραήμ, αφού επέτυχε την πτώσιν του Ναυαρίνου, προήλασεν εις το έσωτερικόν της Πελοποννήσου. Και την 20ην Μαΐου του 1825 ευρέθη είς τό Μανιάκι. Επικεφαλής και ίδιος 6.000 άνδρών απεφάσισε να συντρίψη την αντίστασιν, την οποίαν του προέβαλεν ο Παπαφλέσσας. Δεν ήτο, άλλωστε, δύσκολον είς τόν τακτικόν στρατόν του, να εισβάλη είς τά έλληνικά «ταμπούρια». Η δύναμις, έξ άλλου την όποίαν διέθετεν ο Παπαφλέσσας ήτο έλαχίστη, επειδή οι περισσότεροι των συντρόφων του τον έγκατέλειψαν την τελευταίαν στιγμήν, διαβλέποντας την έκβασιν της μάχης.
Παρά ταύτα, ο Παπαφλέσσας και οι εναπομείναντες πλησίον του 300 άνδρες, ήγωνίσθησαν με το θάρρος εκείνο το οποίον προσδίδει είς τόν μαχητήν ή πίστις είς ένα ιδανικόν. ΄Ανισος ήτο ο άγών των Ελλήνων, ΄Ανισος, αλλά επικός. Η μάχη έσταμάτησε μόνον όταν και ο τελευταίος Έλλην μαχητής έπεσε νεκρός.
Γνώστης της πολεμικής άρετής , ό Ιμπραήμ, δέν άπέκρυψε τόν θαυμασμόν του διά τήν άνδρείαν των άντιπάλων του. Διέταξε δε νά έξευρεθή το πτώμα του Παπαφλέσσα, διά νά γνωρίση, έστω και νεκρόν, τον μεγάλον και ηρωϊκόν του αντίπαλον.
Ακέφαλον ευρέθη το πτώμα του φιλικού. Αλλά ή διαταγή του Αίγυπτίου στρατάρχου ήτο σαφής. Και μετ’ ολίγον, μεταξύ των 300 νεκρών Ελλήνων και των 600 Αίγυπτίων, ευρέθη και η κεφαλή του Παπαφλέσσα.
Λέγεται, ότι ο Ιμπραήμ έκύτταξεν επί πολύ, με θαυμασμόν, τον νεκρόν του αντίπαλον, και τον ήσπάσθη. Το βέβαιον, πάντως, είναι, ότι εστράφη πρός τούς αξιωματικούς του και είπεν: «Αληθινά, ήτο ένας γεναίος άνδρας».
Η θυσία του Παπαφλέσσα και των παλληκαριών του δεν υπήρξεν, εν τούτοις, ματαία. Διότι ενώ ο Ιμπραήμ συνέχισε την προέλασίν του είς τήν Αρκαδίαν , ή έλληνική κυβέρνησις, υπό την πίεσιν των πραγμάτων ηναγκάσθη να αμνηστεύση τον Θεόδωρον Κολοκοτρώνην και να τον αποκαταστήση είς τήν θέσιν του άρχιστρατήγου. Ο θρυλικός «Γέρος του Μοριά», εκαλείτο, διά μίαν ακόμη φοράν, να σώση τον έλληνικόν αγώνα. Η θυσία του Παπαφλέσσα είχεν αποδώσει καρπούς.
ΕΚΔΟΣΙΣ: Χ. Ν. ΑΝΑΓΝΩΣΤΟΠΟΥΛΟΣ
(Σχέδιο Βύρωνος Απτόσογλου)




